Δεν είμαι φτιαγμένη για ρίσκα. Μην το συζητάς καν. Δούλευα 12 χρόνια σε ένα φροντιστήριο ξένων γλωσσών, είχα χάσει δύο αφεντικά, τρεις μισθολογικές κρίσεις, και την υπομονή μου γύρω στην έκτη χρονιά. Όταν με απέλυσαν – καλή ώρα – δεν έκλαψα. Είχα ήδη κλάψει αρκετά για εκείνο το μέρος. Απλά μάζεψα τα πράγματά μου, πήρα την τελευταία απόδειξη πληρωμής, και γύρισα σπίτι. Τότε άρχισε το ζόρι. Οι αιτήσεις, τα βιογραφικά, τα τηλέφωνα που δεν χτυπάνε. Μέσα σε τρεις μήνες, είχα φάει όλες τις μικρές αποταμιεύσεις μου. Κοιμόμουν άσχημα, ξυπνούσα χειρότερα, και η ημέρα μου ήταν μία γκρίζα γραμμή από την κουζίνα μέχρι τον καναπέ.
Ένα βράδυ, κάπου στα μέσα Φεβρουαρίου, είχα μείνει με 40 ευρώ στην τράπεζα. Σαράντα. Δεν ήταν καν αρκετά για την εβδομάδα. Η απελπισία είχε γίνει πλέον συγκάτοικός μου. Καθόμουν στο κρεβάτι, χωρίς καμία όρεξη, και χάζευα στο κινητό. Δεν ήθελα να δω κανέναν, ούτε καν τις φίλες μου. Ένιωθα ντροπή. Εκεί, ανάμεσα σε διαφημίσεις για δάνεια και προσφορες για αεροπορικά εισιτήρια, είδα μία εντελώς διαφορετική. Μία μικρή αγγελία με παστέλ χρώματα, χωρίς φανφάρες. «Μία ανάσα διασκέδασης», έγραφε. Τίποτα παραπάνω.
Δεν ξέρω γιατί, το πάτησα.
Μπήκα σε μία πλατφόρμα. Το λογότυπο ήταν ένα μικρό τετράφυλλο τριφύλλι. Εγγράφηκα, όχι με το κανονικό μου email – είχα ένα παλιό, που το είχα για ανώνυμες αγορές. Συμπλήρωσα τα βασικά, και στα 15 δευτερόλεπτα είχα μπει. Δεν είχα σκοπό να βάλω λεφτά. Αλλά μία προσφορά με τράβηξε: «15 ευρώ μπόνους χωρίς κατάθεση». Χωρίς κατάθεση, σημαίνει δωρεάν, σκέφτηκα. Τι να χάσω; 15 δωρεάν γύρους σε ένα συγκεκριμένο παιχνίδι. Τους πήρα.
Γύρισαν μια-μια οι ρόδες. Τίποτα. Δεύτερη, τίποτα. Τρίτη, τίποτα. Μέχρι την έβδομη περιστροφή, ένα μικρό φως. 2 ευρώ. Την ένατη, άλλα 4. Την ενδέκατη, άλλα 6. Στο τέλος των δωρεάν γύρων, είχα 18 ευρώ. Όχι πολλά, αλλά ήταν δικά μου. Από το πουθενά. Χωρίς ρίσκο. Χαμογέλασα. Ήταν το πρώτο χαμόγελο μέσα σε δύο μήνες.
Αλλά εκείνο που ακολούθησε ήταν ακόμα πιο περίεργο. Αντί να κάνω ανάληψη, συνέχισα. Είχα τύχη; Δεν ξέρω. Είχα ανάγκη να νιώσω ζωντανή, όχι λεφτά. Διάλεξα ένα άλλο παιχνίδι, ένα με φρούτα και λεμόνια, παλιό σαν τη γιαγιά μου. Έβαλα μικρά στοιχήματα, 0,20 το πάτημα. Σιγά σιγά, τα 18 έγιναν 24, μετά 31, μετά 28, μετά 45. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει διαφορετικά. Δεν ήταν άγχος. Ήταν αδρεναλίνη. Για πρώτη φορά μετά από καιρό, ένιωσα ότι είχα τον έλεγχο κάποιου πράγματος.
Ωστόσο, θυμάμαι εκείνη τη στιγμή, ενώ έπαιζα, να κάνω μία παύση και να ψάχνω στο διαδίκτυο αν αυτό που κάνω είναι ασφαλές. Διάβασα σχόλια, γνώμες, εμπειρίες. Ένας χρήστης έγραφε χαρακτηριστικά: «Δεν πειράζει να παίζεις, αρκεί να ξέρεις ότι τα καλύτερα online casino (https://tina-parker.org) δεν είναι αυτά που σε κρατάνε εκεί με ψέματα, αλλά αυτά που σου δίνουν την επιλογή να φύγεις ανά πάσα στιγμή». Αυτό με ηρέμησε. Συνέχισα, αλλά με ένα νέο συναίσθημα: όχι δειλία, αλλά σεβασμό.
Μετά από περίπου μία ώρα, είχα φτάσει τα 94 ευρώ. Εκεί, είπα φτάνει. Πάτησα εξαγωγή. Τα χρήματα μπήκαν στον λογαριασμό μου μέσα σε λίγη ώρα. Ήταν βράδυ, σχεδόν μεσάνυχτα, και εγώ κοιτούσα το κινητό μου σαν να ήταν κάτι άλλο. Δεν είχα κερδίσει μια περιουσία. Αλλά είχα κερδίσει την ψευδαίσθηση ότι η ζωή μου μπορεί να έχει ακόμα μικρές, απρόσμενες καμπύλες.
Το πρωί, ξύπνησα και δεν άνοιξα καμία εφαρμογή. Αντίθετα, πήρα τηλέφωνο μία παλιά μου συνάδελφο από το φροντιστήριο. Μου είπε για μία δουλειά σε ιδιωτικό σχολείο, διοικητικό. Δεν ήταν σίγουρο, αλλά ήταν κάτι. Εκείνη την εβδομάδα, πήρα συνέντευξη. Με πήραν. Δεν ξέρω αν τα 94 ευρώ είχαν καμία σχέση – ίσως είχαν, ίσως όχι. Αλλά εκείνη η μικρή νίκη μου θύμισε ότι δεν είμαι μόνο τα βιογραφικά και οι απορρίψεις. Ότι μπορώ να δοκιμάζω, να ρισκάρω λίγο, και να βγαίνω κερδισμένη.
Τον επόμενο μήνα, με την πρώτη δόση του μισθού μου, αποφάσισα να ξαναπαίξω. Αλλά διαφορετικά φέτος. Είχα ήδη μία κανονική δουλειά, δεν είχα ανάγκη από απελπισμένες κινήσεις. Έβαλα 30 ευρώ, σκόπιμα μικρό ποσό, και έπαιζα για τη χαρά, όχι για την ανάγκη. Σε εκείνο το παιχνίδι, δεν κέρδισα τίποτα το συγκλονιστικό. Μία μικρή νίκη 22 ευρώ, μία ήττα 18. Σταμάτησα στα ίσια. Και θυμήθηκα ξανά όσα είχα διαβάσει εκείνο το βράδυ: ότι η ευχαρίστηση δεν βρίσκεται στο αποτέλεσμα, αλλά στην πράξη του να συμμετέχεις, αρκεί να το κάνεις με ανοιχτά μάτια.
Σήμερα, έξι μήνες μετά, δεν έχω γίνει μανιώδης παίκτρια. Δεν είμαι τίποτα από αυτά. Απλά μία γυναίκα που τα Σάββατα, μετά τις δουλειές, ανοίγει μία πλατφόρμα, βάζει 10 ή 20 ευρώ, και παίζει όσο διαρκεί ένας καφές. Μερικές φορές κερδίζω 5, μερικές φορές 50, μία φορά κέρδισα 130. Τις περισσότερες, απλά χαλαρώνω. Δεν είναι τζόγος για μένα πια. Είναι ένα μικρό ραντεβού με τον εαυτό μου. Η μουσική, το χαλαρό φως, η αίσθηση ότι για λίγα λεπτά δεν σκέφτομαι τους λογαριασμούς και τα ραντεβού.
Πρόσφατα, η φίλη μου η Μαρία με ρώτησε με φόβο: «Δεν φοβάσαι μην χαθείς;» Της είπα την αλήθεια. Φοβόμουν στην αρχή. Αλλά έμαθα κανόνες. Έμαθα να ξεχωρίζω τα μέρη που σέβονται τον παίκτη από αυτά που τον αρμέγουν. Και τα καλύτερα online casino, της είπα, είναι αυτά που σου υπενθυμίζουν συνεχώς πόσα έπαιξες, πότε είναι ώρα για διάλειμμα, και δεν προσποιούνται ότι θα γίνεις πλούσιος. Είναι ειλικρινή, σχεδόν βαρετά στη διαφάνειά τους. Κι εκεί ακριβώς κρύβεται η ομορφιά.
Τελικά, εκείνο το βράδυ της απόγνωσης, δεν με έσωσε ένα τζάκποτ. Με έσωσε μία μικρή λάμψη τύχης που μου θύμισε ότι ακόμα κι όταν τα πράγματα είναι σκοτεινά, μπορείς να βρεις ένα φως. Αρκεί να μην περιμένεις να σε φωτίσει για πάντα. Αρκεί να το χαρείς, να το ευγνωμονήσεις, και μετά να συνεχίσεις. Η ζωή μου τώρα δεν έχει καμία σχέση με το κινητό και τα φρουτάκια. Αλλά κάθε φορά που βλέπω ένα τετράφυλλο τριφύλλι – σε ένα κήπο, σε μία τσάντα, οπουδήποτε – χαμογελάω. Θυμάμαι εκείνη τη νύχτα. Και ευχαριστώ τον εαυτό μου που πάτησε μία διαφήμιση, χωρίς να ξέρει ότι εκείνη η πράξη θα του μάθαινε κάτι για το θάρρος, τα όρια, και τη μικρή, γλυκιά απερισκεψία που μερικές φορές χρειαζόμαστε για να θυμηθούμε ότι είμαστε ζωντανοί.